Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Δολοφονία Κένεντι: το τέλος της αθωότητας

Στις 22 Νοεμβρίου συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη δολοφονία του Κένεντι. Ο Malcolm Jones γράφει πως ο θάνατός του κατέστρεψε την αθωότητα μιας γενιάς.
Μας άφησαν χαλαρούς εκείνη την ημέρα. Ήμουν στην 6η Δημοτικού όταν ακούστηκε από τα μεγάφωνα ότι ο πρόεδρος είχε πυροβοληθεί. Ένα παιδί σηκώθηκε από το θρανίο  του και πανηγύρισε λίγο. Κάτι  κορίτσια του είπαν να σταματήσει. Λίγο αργότερα ο δάσκαλος επέστρεψε για να πει ότι ο Πρόεδρος Κένεντι ήταν νεκρός. Μας άφησαν στις 2 αντί στις  3, αλλά κανείς δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος. Περιμέναμε απλά γύρω από το σχολείο τους γονείς μας, να έρθουν να μας πάρουν. Αυτοί θα ήξεραν τι είχε συμβεί και θα μας εξηγούσαν.
Όποιος ζούσε στις 22 Νοεμβρίου του 1963, θυμάται πού βρισκόταν όταν άκουσε ότι ο πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι δολοφονήθηκε. Ίσως να έχουμε προσκολληθεί σε αυτή την ανάμνηση, γιατί είναι το μόνο σίγουρο που γνωρίζαμε με βεβαιότητα για εκείνη την ημέρα, ή το τελευταίο πράγμα που κάποιος από εμάς θα μάθαινε με βεβαιότητα σχετικά με τον θάνατο του προέδρου. Μετά από εκείνη τη στιγμή, τόσο πολλά τέθηκαν υπό αμφισβήτηση. Ποιος σκότωσε τον πρόεδρο; Ποια ήταν η αληθινή φύση της κληρονομιάς του; 
Τι θα είχε συμβεί αν είχε ζήσει; Αυτά τα θέματα συζητούνται ως σήμερα έντονα, όπως και πριν από 50 χρόνια, επειδή οι ​​ερωτήσεις είναι το μόνο που έχουμε.
Η δολοφονία του Κένεντι ήταν η πρώτη εθνική τραγωδία που παρουσιάστηκε σε πραγματικό χρόνο, στην κρατική τηλεόραση, με όλη τη χαώδη κατάσταση της παρούσας στιγμής. Τα νέα από την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, τη μόνη προηγούμενη τόσο σοκαριστική περίπτωση όπως η δολοφονία, ήταν συγκριτικά ένα αναμενόμενο σενάριο: Οι άνθρωποι έμαθαν τα νέα από τον ίδιο τον πρόεδρο Ρούζβελτ (στο ραδιόφωνο, λίγες ώρες μετά την επίθεση) και ποτέ δεν υπήρξε πιο ξεκάθαρο γεγονός στην ιστορία του έθνους. Οι δράστες δεν έκαναν καμία προσπάθεια να κρύψουν την ταυτότητά τους ή τις προθέσεις τους.
Είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφέρω σε κάποιον που δεν έζησε αυτό το Σαββατοκύριακο του 1963 πώς ήταν. Η δολοφονία ήταν κάτι που συνέβη σε άλλες χώρες, άλλους αιώνες. Δεν ήταν κάτι με το οποίο ήμασταν εξοικειωμένοι. Ενήλικες και παιδιά χάθηκαν μέσα στην επόμενη μέρα, χωρίς να κατανοούν τι είχε μόλις συμβεί ή τι σήμαινε. Για όσους ήμασταν παιδιά εκείνη την εποχή, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μας στην οποία οι ενήλικες γονείς μας δεν ήξεραν  τίποτα περισσότερο από εμάς. Αυτή η πλήρης έλλειψη παντογνωσίας, η αίσθηση ότι κανείς δεν είχε απαντήσεις -αν ήσουν παιδί αυτό ήταν το πιο τρομακτικό πράγμα για ένα ατελείωτο Σαββατοκύριακο. Όλοι αφήνουμε πίσω την παιδική μας αθωότητα κάποια στιγμή, αλλά πόσο συχνά συμβαίνει αυτό σε μια ολόκληρη γενιά σχεδόν εν μία νυκτί;
Όλο το Σαββατοκύριακο πέρασε σαν ένα έργο, στο οποίο κάθε πράξη είχε γραφεί από έναν διαφορετικό θεατρικό συγγραφέα, ή ένα έργο στο οποίο όλες οι πράξεις ήταν σε λάθος σειρά. Η είδηση ​​ότι ο πρόεδρος δολοφονήθηκε ακολούθησε ώρες αργότερα από την είδηση ​​της σύλληψης ενός δήθεν δολοφόνου. Ο Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ, φυσικά, ήταν ένα μυστήριο από μόνος του και η περιέργεια  του χαρακτήρα του έγινε ακόμα πιο έντονη με κάθε νέα αποκάλυψη (διέφυγε από τη σκηνή του εγκλήματος με το αστικό λεωφορείο!).
Αλλά η πιο παράξενη πτυχή ήταν πώς ο χρόνος φάνηκε να επιβραδύνεται και να επιταχύνεται χωρίς προειδοποίηση. Δεν υπήρχε τίποτα να κάνουμε το Σαββατοκύριακο, εκτός από το να βλέπουμε τηλεόραση και δεν υπήρχε τίποτα στην τηλεόραση εκτός από την είδηση ​​της δολοφονίας και την επικείμενη κηδεία, με ατελείωτες τηλεοπτικές λήψεις των πενθούντων στο Καπιτώλιο. Κατά περιόδου, ένας ρεπόρτερ έσπαγε τη σιωπή με κάποιο ασήμαντο σχόλιο. Μέχρι την Κυριακή το πρωί βλέπαμε ακόμα τηλεόραση σαν να ήταν κάποιο ναρκωτικό, αλλά τουλάχιστον τα πράγματα φαίνονταν να επιστρέφουν στο κανονικό. Η τάξη αποκαταστάθηκε, για να μην πούμε ότι επιβλήθηκε (τα σχέδια για την κηδεία διευθετήθηκαν και ο υποτιθέμενος ένοχος πήγε στη φυλακή). Στη συνέχεια, από το πουθενά, ο Τζακ Ράμπι πυροβόλησε τον Όσβαλντ και ο εφιάλτης ξαναξύπνησε. Μέχρι τη στιγμή της κηδείας τη Δευτέρα, πράγματα που θα μα άγγιζαν, ή ακόμα και θα μας ενέπνεαν έμοιαζαν θλιβερές, σκόρπιες εικόνες που ζητούσαν μια οργανωμένη αφήγηση, η οποία δεν έφτασε ποτέ.
Σε εκείνο το σημείο, ήταν σαν κάποιος να πήρε το δράμα που βρισκόταν σε εξέλιξη και να χάλασε την τελευταία πράξη του,  γιατί ο Όσβαλντ πέθανε και μαζί τους και οι πειστικές απαντήσεις. Ο Bob Dudney, δημοσιογράφος της Dallas Times Herald, πέρασε χρόνια εντοπίζοντας και απομυθοποιώντας τις θεωρίες συνωμοσίας από τον θάνατο του Κένεντι και του όσβαλντ. Το 1976, η Νόρα Εφρον έκανε σε αυτόν και τον συνάδελφό του Hugh Aynesworth ένα προφίλ στο Esquire, το οποίο κατέληγε με κάτι που είχε πει ο Dudney:
«Το προηγούμενο βράδυ ήμουν σε ένα πάρτι», είπε, «και μιλούσαμε για ορισμένα μεγάλα γεγονότα που διαμόρφωσαν τη ζωή των ανθρώπων της ηλικίας μου. Η εμφάνιση των Beatles και του πολέμου στο Βιετνάμ ήταν εμφανείς επιρροές. Και είπα πως νομίζω ότι και η δολοφονία του Κένεντι ήταν μια μεγάλη επιρροή -και μόλις το είπα αμέσως έκανα διόρθωση. Ο θάνατος του Όσβαλντ είχε μεγαλύτερη επιρροή από ό,τι του Κένεντι. Αν ζούσε, θα είχαν γίνει γνωστά πολύ περισσότερα πράγματα. Ο θάνατός του μας άφησε μια κληρονομιά καχυποψίας και αμφιβολίας, που ενεργοποιήθηκε μέσα σε όλους. Είναι ασυνήθιστο. Ένας τόσο νευρωτικός ανθρωπάκος, ο οποίος ήταν χαμένος, να αφήσει μια τόσο βαθιά επιρροή. Η χώρα θα είχε ξεπεράσει τον θάνατο του Τζον Κένεντι. Αλλά δεν έχει ακόμη ξεπεράσει τον θάνατο του Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ και πιθανότατα δεν θα τον ξεπεράσει ποτέ».
Η δολοφονία δεν προκάλεσε από μόνη της το κοινωνικό χάος που ξέσπασε στη δεκαετία του ’60, αλλά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η δεκαετία αυτή θα εξελισσόταν με τον ίδιο τρόπο αν είχε επιζήσει ο Κένεντι. Η Έκθεση της Επιτροπής Warren προσπάθησε ωμά να ρυθμίσει τα πράγματα με μια κατανοητή αφήγηση της αιτίας και του αποτελέσματος. Αλλά η τόσο έντονη προσπάθεια να διώξει τις αμφιβολίες και τις υποψίες που προέκυψαν μετά την 22η Νοέμβρη, απλά έκανε τα πράγματα χειρότερα. Μέχρι το 1976, το 80 τοις εκατό του αμερικανικού πληθυσμού θα έλεγε ότι ο Όσβαλντ δεν πυροβόλησε μόνος του τον Κένεντι. Για τη γενιά που σημαδεύτηκε από τη δολοφονία και στη συνέχεια διχάστηκε από το Μάι Λάι, τις ταραχές στις πόλεις, το Άλταμνοντ και το Γουότεργκεϊτ, η παράνοια και η δυσπιστία έγιναν ο πολικός αστέρας που μας καθοδήγησε. Η ιστορία μας έκανε επίσης ανάλγητους. Μέχρι τη στιγμή που ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ και ο Ρόμπερτ Κένεντι δολοφονήθηκαν μέσα σε τρεις μήνες το 1968, το ενδεχόμενο της δολοφονίας είχε υπογραμμιστεί ως μια πιθανή κατηγορία, και ενώ μπορεί να ακούγεται σκληρό να παραδεχτούμε ότι ο θάνατος του Ρόμπερτ Κένεντι προκάλεσε απαξίωση μαζί με το σοκ, θα ήταν ανέντιμο να το θέσουμε διαφορετικά.
Τούτου λεχθέντος , θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε με κάποιο τρόπο αυτούς τους θανάτους, όπως θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το Βιετνάμ και το Watergate και σχεδόν κάθε άλλη δημόσια καταστροφή. Η δολοφονία του Κένεντι ήταν εντελώς διαφορετική.
Πενήντα χρόνια και περίπου 40.000 βιβλία αργότερα, δεν είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια από ό,τι ήμασταν στις 23 Νοεμβρίου του 1963. Αν μη τι άλλο, η αλήθεια έχει γίνει πιο  φευγαλέα με την πάροδο του χρόνου, ένα δάσος όλο δέντρα. Τίποτα δεν θα πείσει ποτέ τους συνωμοσιολόγους ότι ο Οσβαλντ ενήργησε μόνος του, όπως ακριβώς και τίποτα δεν θα πείσει ένα μεγάλο μέρος από τους υπόλοιπους από εμάς ότι δεν το έκανε. Ούτε μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό που ο Τζον Κένεντι θα μπορούσε να επιτύχει αν ζούσε. Θα υποχωρούσε στη Νοτιοανατολική Ασία; Θα είχε την ίδια επιτυχία – ή ακόμα και τόση φιλοδοξία, όπως ο Λίντον Τζόνσον στην προώθηση της νομοθεσίας για τα πολιτικά δικαιώματα στο Κογκρέσο;
Η κωμικοτραγική ματαιότητα που έχει ενσωματωθεί σε αυτές τις ατελείωτες υποθετικές ερωτήσεις συνοψίζεται στην αμφισβητούμενη παρατήρηση που έχει αποδοθεί ποικιλοτρόπως στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τον Μάο Τσε Τουνγκ και τον Γκορ Βίνταλ, που όταν ρωτήθηκαν τι θα είχε συμβεί αν είχε δολοφονηθεί ο Νικίτα Χρουστσόφ αντί του Κένεντι απάντησαν: «δεν νομίζω ότι η κυρία Χρουστσόφ θα είχε παντρευτεί τον Αριστοτέλη Ωνάση». Αλλά όσο γελοία είναι η τάση μας για ερωτήσεις, οι αμφιβολίες και οι ατελείωτες θεωρίες είναι εξίσου αναπόφευκτες. Η δολοφονία Κένεντι έδωσε τέλος στον κόσμο που ξέραμε ή νομίζαμε ότι ξέραμε και έβαλε στη θέση του έναν κόσμο που κυβερνιέται από την αβεβαιότητα και το απρόοπτο, όπου κανείς, ούτε καν ο πρόεδρος, δεν ήταν ασφαλής και όπου οι ερωτήσεις ήταν περισσότερες από τις απαντήσεις. Για όλους εμάς που ζήσαμε εκείνο το Σαββατοκύριακο σίγουρα, αλλά πραγματικά και για όποιον έχει ζήσει στη μακρά σκιά του εδώ και μισό αιώνα, η δολοφονία του Κένεντι είναι και θα είναι πάντα ένα κόκαλο που κολλά στο λαιμό.
http://thecuriosityofcat.blogspot.gr/