Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Αμίν Νταντά: Ο ανθρωποφάγος δικτάτορας της Ουγκάντα



Ο Ιντί Αμίν Νταντά Ουμέ, όπως είναι το πλήρες όνομα του, υπήρξε δικτάτορας της Ουγκάντα κατά το χρονικό διάστημα 1971-1979.
Τον έχουν αποκαλέσει και Χίτλερ της Αφρικής.
Ο πρώην πρωταθλητής μποξ και αργότερα υψηλόβαθμος στρατιωτικός Αμίν Νταντά, κατέλαβε με τη βία την εξουσία το 1971, από τον πρόεδρο Απόλο Μίλτον Ομπότε, γράφοντας μια από τις πιο αισχρές σελίδες στην ιστορία της χώρας.
Στη διάρκεια των 8 ετών που κυβέρνησε, μπήκαν στο στόχαστρό του όλοι οι πολίτες της χώρας.
Περισσότεροι από 300 χιλιάδες εκτελέστηκαν και 70 χιλιάδες απελάθηκαν με κριτήρια «πολιτικά», «νομικά» και κυρίως ρατσιστικά.
Ανθρωποφάγος;
Εκτός όλων των άλλων, παραμένει αδιευκρίνιστη η φήμη περί ανθρωποφαγίας, που τον συνόδευε.
Γινόταν λόγος για τη μανία του Αμίν να τρώει το συκώτι των θυμάτων του, πεπεισμένος ότι έτσι θα εμπόδιζε το πνεύμα τους να επιστρέψει για να ζητήσει εκδίκηση.
Ο δικτάτορας πίστευε με κλειστά τα μάτια, κάθε δοξασία που έβγαινε από το στόμα των μάγων που είχε στην υπηρεσία του.
Λέγεται μάλιστα ότι κρατούσε στο ψυγείο του σπιτιού του τα κεφάλια μερικών από τους εχθρούς του, στα οποία πολλές φορές απευθυνόταν σαν να κουβέντιαζε.
Βασανιστής
Του άρεσε να μαστιγώνει τους εχθρούς του με μαστίγιο από δέρμα ιπποπόταμου, ή να προτείνει σε έναν μελλοθάνατο να τον ικετεύει για την επιείκειά του, προκειμένου να αποφύγει την εκτέλεση.
Οι καταδικασμένοι έκλαιγαν, βογκούσαν και σέρνονταν μπροστά στον Αμίν, όμως στο τέλος κατέληγαν στην αγχόνη.
Του άρεσε να ταπεινώνει τους ανθρώπους.
Κάποτε υποχρέωσε μισή ντουζίνα δυτικούς επιχειρηματίες να τον μεταφέρουν επάνω σε φορητό κάθισμα, στη διάρκεια μιας γιορτής.
Στη συνέχεια έδωσε τις φωτογραφίες στη δημοσιότητα, για να αποδείξει «την υποταγή των λευκών στον Ιντι Αμίν Νταντά».
Για τα εγκλήματα που διέπραξε, δεν πλήρωσε ποτέ. Πέθανε σε ηλικία 78 ετών στον ύπνο του.
Τα έργα και οι ημέρες του δικτάτορα
Αμέσως μετά το επιτυχημένο πραξικόπημα, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Αμιν Νταντά, ήταν να αλλάξει τον τίτλο του.
Πλέον έπρεπε να τον προσφωνούν ως «Εξοχότατος Πρόεδρος Αιωνίως, Στρατάρχης Αλ Χατζί Ντόκτορ Ίντι Αμίν, VC – DCO – MC (παράσημα), Άρχοντας των Θηρίων της Γης και των Ψαριών της Θάλασσας και Κατακτητής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας Γενικώς και Ειδικώς για την Ουγκάντα».
Παράλληλα, προχώρησε σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στον στρατό, στις υπηρεσίες ασφαλείας και στον δημόσιο τομέα, προκειμένου να εκμηδενίσει οποιαδήποτε κίνηση ανατροπής του. Οι άνθρωποι που στήριζαν τον εξόριστο πρόεδρο, εξαφανίστηκαν.
Τη θέση τους πήραν άτομα του περιβάλλοντος Νταντά, τα οποία αν και αγράμματα στην πλειοψηφία τους, ανέβηκαν σε υπουργικές και άλλες υψηλές καρέκλες.
Εξάλλου, δεν είχε σημασία, καθώς τις αποφάσεις τις έπαιρνε μόνο ο δικτάτορας και το Πολεμικό Συμβούλιο που είχε δημιουργήσει και φυσικά ήταν πρόεδρος.
Οι στρατιωτικοί νόμοι υπερίσχυαν του Συντάγματος και η Προεδρική Κατοικία της Καμπάλα μετονομάστηκε σε Κέντρο Διοίκησης.
Κατάργησε τις Μυστικές Υπηρεσίες και τα στελέχη τους και έφτιαξε το Κρατικό Γραφείο Ερευνών, σε ένα προάστιο της πρωτεύουσας.
Εκεί, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες της Ουγκάντα έζησαν φρικιαστικά βασανιστήρια και πολλοί εκτελέστηκαν.
Από τις πρώτες πληθυσμιακές ομάδες που εκκαθάρισε, ήταν οι φυλές Λάνγκο και Ατσόλι.
Η αρχή έγινε με όσους υπηρετούσαν στην κυβέρνηση και στο στράτευμα και αργότερα επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα.
Μετανάστες, θρησκευτικοί ηγέτες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, δικαστές, δικηγόροι, φοιτητές, διανοούμενοι, αλλοδαποί και άλλοι, έχασαν τη ζωή τους, εξαιτίας του μακελάρη.
Οι κατηγορίες εναντίον τους ήταν από ψευδείς ως ανύπαρκτες και τα πτώματα γέμιζαν καθημερινά το ποτάμι του Νείλου, όπου τα πετούσαν.
Οικονομικός πόλεμος και ρατσιστικές απελάσεις
Το 1972, κήρυξε οικονομικό πόλεμο στους Ασιάτες της Ουγκάντα.
Παρά το γεγονός ότι είχαν εγκατασταθεί πριν από πολλές δεκαετίες στη χώρα και είχαν αφομοιωθεί από την κοινωνία, θεωρήθηκαν ξένοι που εκμεταλλεύονταν τον ιδρώτα του λαού.
Οι Ασιάτες όμως αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του εμπορίου.
Ινδοί και Πακιστανοί έχασαν τις επιχειρήσεις και τις περιουσίες τους, οι οποίες με συνοπτικές διαδικασίες δημεύτηκαν.
Μέσα σε 90 ημέρες, κάπου 70.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ουγκάντα, αφήνοντας πίσω τους όλα τους τα υπάρχοντα. Το μόνο που τους επετράπη, ήταν να πάρουν 100 δολάρια.
Τα καταστήματα και τα εργοστάσια δόθηκαν από τον Νταντά σε δικούς του ανθρώπους, που κατάφεραν μέσα σε λίγες ημέρες να τα κλείσουν οριστικά.
Το ίδιο έκανε και με 85 βρετανικές επιχειρήσεις, διακόπτοντας οριστικά τις διπλωματικές σχέσεις με την Αγγλία.
Η οικονομία της Ουγκάντας, που εκείνη την εποχή ήταν πολλά υποσχόμενη, κατέρρευσε.
Στην κοινωνία, επικρατούσε ένα ανεπανάληπτο αλαλούμ.
Ο Νταντά υποσχόταν λαγούς με πετραχήλια, ενώ οι υπηρεσίες του κράτους υπολειτουργούσαν και δεν υπήρχαν λεφτά.
Όσο για την αρχική του δέσμευση, ότι θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές, όταν θα ομαλοποιούνταν η κατάσταση, δεν υπήρχε πλέον ούτε σαν ανάμνηση.
Στον στρατό, όποιος ήθελε έδινε προαγωγή στον εαυτό του και το ίδιο ίσχυε και στον δημόσιο τομέα.
Έτσι, με διάφορα ονομαστικά αξιώματα, καταληστευόταν το βιος των ανθρώπων.
Η καθημερινότητα περιελάμβανε σταθερά βιασμούς, βασανιστήρια, εξαφανίσεις, ακρωτηριασμούς, εκτελέσεις, εκβιασμούς, διωγμούς, αίμα.
Το παραλήρημα του παρανοϊκού δικτάτορα είχε μόλις αρχίσει.
Η διεθνής κοινότητα, παρά τις καταγγελίες, δεν έδινε καμία σημασία και ο Αμίν Νταντά σκότωνε ανεξέλεγκτα, χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτα.
Παρά ταύτα, το 1975 κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος του Οργανισμού Αφρικανικής Ένωσης. Πλέον μιλούσε δημόσια εναντίον του Ισραήλ, εκτοξεύοντας απειλές και συμμαχούσε με τον Καντάφι για την προμήθεια όπλων. Εμφανιζόταν ως υπέρμαχος των Παλαιστινίων, στους οποίους προσέφερε για αρχηγείο τους την πρεσβεία των Ισραηλινών.
Τον Ιούλη του 1976, επετράπη σε 2 μέλη του Παλαιστινιακού μετώπου, που είχαν κάνει αεροπειρατεία σε ένα αεροσκάφος της Air France, στο οποίο επέβαιναν αρκετοί Ισραηλινοί, να το προσγειώσουν στο αεροδρόμιο Εντέμπε.
Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει πολύνεκρη επιχείρηση από Ισραηλινούς κομάντος.
Πλέον, είχε απέναντί του όλη τη διεθνή κοινότητα.
Ο φόνος της γυναίκας του
Απόκτησε τουλάχιστον 40 απογόνους με τις πέντε συζύγους και τις 20 επίσημες ερωμένες του, χώρια τις γυναίκες που πέρασαν ευκαιριακά από το κρεβάτι του, με ή χωρίς τη θέλησή τους.
Η αγριότητά του όμως δεν σταματούσε. Ο δικτάτορας ζήτησε διαζύγιο από τις τρεις πρώτες συζύγους του -τις Μαλιάμου, Κέι και Νόρα- όταν έμαθε ότι δεν του ήταν πιστές.
Η ζωή τους μετατράπηκε αμέσως σε εφιάλτη, αφού ο απατημένος σύζυγος και οι μπράβοι του δεν σταμάτησαν να τις ενοχλούν.
Στο τέλος, η Κέι βρέθηκε νεκρή και τεμαχισμένη στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου.
Η Μαλιάμου και η Νόρα κατάφεραν να φύγουν από τη χώρα.
Ο τύραννος είχε τότε πλέον αποκτήσει άλλες δύο συζύγους, τις Μαντίνα και Σάρα, που συχνά εμφανίζονταν με μελανιές, τις οποίες απέδιδαν σε οικιακά ατυχήματα.
Απείλησε με μακελειό, για να κοπούν σκηνές από ντοκιμαντέρ
Στα ντοκιμαντέρ που γυρίζονταν για αυτόν, ήταν εμφανές ότι ο άνθρωπος έπασχε.
Μιλούσε για τη στρατηγική που θα ακολουθούσε εναντίον του Ισραήλ στο πεδίο της μάχης, βασάνιζε κροκόδειλους και γελούσε με ανοησίες που μόνο ο ίδιος καταλάβαινε.
Το 1974, γυρίστηκε ακόμη ένα ντοκιμαντέρ για τον πρόεδρο της Ουγκάντας, Ιντι Αμίν Νταντά.
Ο σκηνοθέτης, Μπάρμπετ Σρέντερ, υποχρεώθηκε από τον δικτάτορα να λογοκρίνει αυστηρά το ντοκιμαντέρ.
Ο πραξικοπηματίας ήθελε να αφαιρεθούν από την ταινία, οι σκηνές με τις οποίες διαφωνούσε και τον έπεισε με ένα βάναυσο τρόπο.
Τηλεφώνησαν στον Σρέντερ Γάλλοι υπήκοοι, που τους είχαν κλείσει σε ένα ξενοδοχείο άντρες του Νταντά.
Υπό την απειλή όπλων, ικέτευαν τον σκηνοθέτη να κάνει ότι του πουν, αλλιώς θα εκτελούνταν.
Ο Σρέντερ συμφώνησε.
Οι ιστορίες για έναν από τους πιο βάναυσους δικτάτορες είναι ατελείωτες.
Και σε όλες πρωταγωνιστούν το αίμα, οι ακρότητες και οι δολοφονίες.
Η πτώση
Ο Αμίν Νταντά εγκατέλειψε την εξουσία τον Ιανουάριο του 1979, λίγους μήνες μετά την παραβίαση των συνόρων με την Τανζανία από τον στρατό της Ουγκάντας, που προκάλεσε την εισβολή των τανζανικών στρατευμάτων στη χώρα.
Ο τανζανικός στρατός, έχοντας στο πλευρό του τους αντάρτες της Ουγκάντα, που είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από το θανατηφόρο καθεστώς, συνέτριψαν το ανοργάνωτο στράτευμα του Νταντά.
Ο Νταντά ζήτησε άσυλο πρώτα στη Λιβύη, έπειτα στο Ιράκ και τέλος εγκαταστάθηκε στη Σαουδική Αραβία.
Το χάος που άφησε πίσω του, έγινε παγκόσμιο παράδειγμα προς αποφυγή και η χώρα από τότε ακόμη παλεύει για να τα καταφέρει.http://www.apocalypsejohn.com/